Η αρχιτεκτονική της Θεσσαλονίκης: Ο εκσυγχρονισμός από τον 19ο στον 20ό αιώνα




Η ίδρυση και η θέση της Θεσσαλονίκης

Η Θεσσαλονίκη είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ελλάδας. Ιδρύθηκε το 316 π. Χ. στη θέση ενός προϊστορικού οικισμού του 2300 π. Χ. από τον Κασσάνδρα, βασιλιά της Μακεδονίας. Η πόλη πήρε το όνομά της από τη γυναίκα του και αδερφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου και έγινε πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Στα ρωμαϊκά χρόνια είχε το μεγαλύτερο λιμάνι της περιοχής, ενώ βρισκόταν στη διασταύρωση του μεγάλου δρόμου που ένωνε τα βόρεια Βαλκανική με την Εγνατία Οδό. Στα βυζαντινά χρόνια η Θεσσαλονίκη ήταν η δεύτερη σημαντικότερη πόλη της Αυτοκρατορίας και διατήρησε αυτόν τον ρόλο και στη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας.


Η Θεσσαλονίκη είναι από τις μόνες πόλεις στον ελλαδικό χώρο που κράτησε σταθερή φυσιογνωμία, από την ίδρυσή της ακόμη. Η θέση της αποτελούσε το επίκεντρο όλων των εξελίξεων στη Βαλκανική, κάτι που είχε αντίκτυπο στην αρχιτεκτονική της. Η πόλη αποτελούσε ένα εμπορικό, στρατιωτικό και διοικητικό κέντρο.

Η Θεσσαλονίκη εκσυγχρονίζεται

Στο δεύτερο μισό του 19 ου αιώνα η Θεσσαλονίκη αποτελεί το μεγαλύτερο αστικό κέντρο στον χώρο δυτικά της Κωνσταντινούπολης, αριθμεί 120.000 κατοίκους και βρίσκεται σε ιδιαίτερα πλεονεκτική θέση για να εκμεταλλευτεί τα αποτελέσματα των μεταρρυθμίσεων που επιχειρούνται στην Οθωμανική αυτοκρατορία από το 1839 και έπειτα. Έτσι δημιουργούνται οι κατάλληλες προϋποθέσεις για μια σειρά επεμβάσεων με στόχο τον εκσυγχρονισμό της λειτουργίας της πόλης.


Οι επεμβάσεις αυτές συνοψίζονται στην κατεδάφιση μεγάλου τμήματος των τειχών, στη χάραξη και διάνοιξη οδικών αρτηριών, στην κατασκευή σιδηροδρομικών δικτύων και σταθμών, στην κατασκευή λιμανιού, στη δημιουργία δικτύων υποδομής και αστικών εξυπηρετήσεων και στις επεκτάσεις και δυνατότητες σχεδιασμού του πολεοδομικού ιστού.


Το δημοτικό νοσοκομείο: oι εργασίες ανοικοδόμησης του δημοτικού νοσοκομείου της πόλης άρχισαν στα 1902-1903 στον χώρο μεταξύ του νεκροταφείου της Ευαγγελίστριας και του Αγιάσματος του Αγίου Παύλου. Η πρωτοβουλία για την ίδρυσή του οφείλεται στον δήμαρχο Χουλουσή μπέη, ενώ αρχιτέκτονας του έργου φέρεται να είναι ο Ξ. Παιονίδης. Μετά την απελευθέρωση το νοσοκομείο μετονομάστηκε σε «Άγιος Δημήτριος».


Η μορφή της αρχαίας, περιστοιχισμένης πόλης αλλάζει μετά το 1870, όταν και κατασκευάζεται η προκυμαία μπροστά από τη θέση που βρισκόταν το παραθαλάσσιο τείχος. Χαράσσονται η παραλιακή οδός και η λεωφόρος Χαμηδιέ, ευθυγραμμίζεται η Εγνατία και διανοίγονται οι οδοί Σαμπρή πασά (Βενιζέλου) και Μιδάτ πασά (Αγίου Δημητρίου). Δύο νέες συνοικίες δημιουργούνται εκτός των τειχών. Το Τσαίρι (Cayir) στα δυτικά και η Χαμηδιέ (Hamidiye) στα ανατολικά.

Η πόλη μετασχηματίζεται και μαζί με αυτήν η ζωή των κατοίκων της. Για τη δυτική περιοχή επέκτασης, κυρίαρχο ρόλο έπαιξε η ανάπτυξη βιομηχανικών δραστηριοτήτων και των σιδηροδρομικών σταθμών. Αντίθετα, για τη συνοικία των Εξοχών, όπως είναι ευρύτερα γνωστή η Χαμηδιέ, κύριος στόχος ήταν η ανάπτυξη μιας κατ’ εξοχήν περιοχής κατοικίας, βασισμένης σε νέες προδιαγραφές και η εγκατάσταση μιας νεοσύστατης και κυρίαρχης αστικής τάξης κατά μήκος της κεντρικής λεωφόρου.



Νέα πρότυπα στην αρχιτεκτονική των κτιρίων

Όσον αφορά τους νέους κτιριακούς τύπους που συναντάμε στη Θεσσαλονίκη, και ιδιαίτερα τα δημόσια κτίρια, θα μπορούσε κάποιος να τα χαρακτηρίσει επαναστατικά τόσο ως προς τον βαθμό απαλλαγής τους από τους προηγούμενους τύπους όσο και ως προς τη νέα σχέση μεγέθους, κλίμακας και ένταξης στο αστικό τοπίο.


Το σημερινό Διοικητήριο, έδρα του υπουργείου Μακεδονίας-Θράκης, άρχισε να χτίζεται το 1891 σε σχέδια του Ιταλού αρχιτέκτονα Βιταλιάνο Ποζέλι. Το 1954 αποφασίζεται η ανακαίνιση του κτιρίου και το 1955 κατεδαφίζεται η αετωματική απόληξη και προστίθεται ένας τελευταίος όροφος. Το αποτέλεσμα είναι τυπολογικά και μορφολογικά ασύμβατο και αλλοιώνει ανεπανόρθωτα την αρχική μορφή του κτιρίου (αρχείο Κ.Ι.Θ.).


Στη Θεσσαλονίκη το Αυτοκρατορικό Λύκειο (1887), το Διοικητήριο (1891), το Δημοτικό Νοσοκομείο (1902), το Στρατηγείο (1903) και το Τελωνείο (1911) αποτελούν δείγματα της βούλησης του κράτους και της δημοτικής αρχής για μια διαφορετική αντιμετώπιση της αρχιτεκτονικής των δημόσιων κτιρίων. «Όλα αυτά τα κτίρια είναι τελείως μοντέρνα και δεν έχουν κανένα τουρκικό χαρακτηριστικό», αναφέρει ο G. F. Abbott στα 1903.Τα δημόσια κτίρια δημιουργούν τομή στην εικόνα της πόλης και ορίζουν νέα σημεία αναφοράς στο περίγραμμά της.


Όλες οι εκδοχές κινούνται στο πλαίσιο του εκλεκτισμού, αρχιτεκτονικού κινήματος και «διεθνούς στιλ» της εποχής. Ο εκλεκτισμός συνδυάζει μορφές που ανήκουν σε διαφορετικούς αρχιτεκτονικούς ρυθμούς, οι οποίες αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, ομοιογενοποιούνται και συνυπάρχουν σε ένα νέο σύστημα ιδιαίτερης συμβολικής αξίας.


Το ξενοδοχείο Splendid χτίστηκε το 1907 από τον Κ. Ρώμπαπα. Το κτίριο καταστράφηκε μερικώς στην πυρκαγιά του 1917 και μετά την εκ βάθρων επισκευή του στέγασε το ξενοδοχείο Mediterranean Palace. Πρόκειται για την αποθέωση του εκλεκτισμού, όπου ο διάκοσμος και οι περίτεχνες λεπτομέρειες επιβάλλονται στη μορφή του κτιρίου και διαδηλώνουν την έφεση της εποχής για την εξωτική Ανατολή και τη μόδα της αποικιακής αρχιτεκτονικής (αρχείο Κ.Ι.Θ.).


H Casa Bianca χτίστηκε το 1912 από τον Ντίνο Ιωσήφ Φερνάντεζ-Ντίαζ. Τα σχέδια της Casa Bianca, που όφειλε την ονομασία της στη σύζυγο του Ντίνο Φερνάντεζ, είχε φιλοτεχνήσει ο Π. Αριγκόνι. Το 1976 κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο (αρχείο Κ.Ι.Θ.).



Η πυρκαγιά αλλάζει τη Θεσσαλονίκη

Το 1917 υπήρξε η σημαντικότερη χρονιά στην ιστορία της πόλης και το ορόσημο που έχει καθορίσει τη σημερινή εικόνα της Θεσσαλονίκης. Η καταστροφική φωτιά που ξέσπασε, κατέστρεψε μέσα σε 32 ώρες το μεγαλύτερο μέρος του ιστορικού κέντρου και ένα μεγάλο μέρος της κληρονομιάς της. Κτίρια σπάνιας αρχιτεκτονικής καταστράφηκαν ολοσχερώς. Η Θεσσαλονίκη, που σχεδιάστηκε από το 1917 έως το 1950, ήταν μία μοντέρνα και λειτουργική πόλη, της οποίας η μορφή ελάχιστα θύμιζε αυτό που υπήρχε πριν την πυρκαγιά. Μετά από το τραγικό γεγονός στον αυτοσχεδιασμό της Θεσσαλονίκης πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξε μία ομάδα αρχιτεκτόνων με επικεφαλής τον Γάλλο αρχιτέκτονα Ερνέστ Εμπράρ. Σκοπός ήταν να σχεδιαστεί η πόλη, έτσι ώστε να έχει την οργάνωση και τη μορφή μιας σύγχρονης πόλης.

Το σχέδιο Εμπράρ και η υλοποίησή του

Ο Ερνέστ Εμπράρ (Ernest Hebrard) (1875-1933) ήταν Γάλλος αρχιτέκτονας και πολεοδόμος. Είναι γνωστός κυριότερα για το σχέδιο του ανοικοδόμησης της Θεσσαλονίκης.


Μετά τη μεγάλη πυρκαγιά, η κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου απαγόρευσε την ανοικοδόμηση της πόλης μέχρι να εγκριθεί ένα σύγχρονο σχέδιο πόλης. Με απόφαση του υπουργού συγκοινωνιών Αλέξανδρου Παπαναστασίου, ιδρύθηκε η «Διεθνής Επιτροπή Νέου Σχεδίου Θεσσαλονίκης» με πρόεδρο τον Ερνέστ Εμπράρ, για την εκπόνηση ρυμοτομικου σχεδίου. Ο Εμπράρ με την βοήθεια των Ελλήνων αρχιτεκτόνων Αριστοτέλη Ζάχου και Κωνσταντίνου Κίτσικη, συνέλαβε και ανέπτυξε ένα σχέδιο που έγινε γνωστό ως Σχέδιο Εμπράρ και το οποίο παραδόθηκε στην Γενική Διοίκηση Μακεδονίας στις 29 Ιουνίου 1918.


Οι σχεδιαστές επέλεξαν σαν πρότυπο το Βυζάντιο, πιστεύοντας ότι αυτός είναι ο πιο κατάλληλος αρχιτεκτονικός ρυθμός για τα δημόσια κτίρια της αναγεννώμενης πόλης, μίας πόλης που χρωστούσε τη μεγαλύτερη ακμή της σ’ αυτήν την περίοδο. Το νέο πολεοδομικό σχέδιο της πόλης περιέλαβε άξονες, διαγωνίους και μνημειακά σημεία, καθώς και ένα οδικό δίκτυο με ιεραρχημένη οργάνωση της κυκλοφορίας.


Τα σχέδια της εποχής περιέλαβαν πρόβλεψη για την πληθυσμιακή έκρηξη της πόλης και πληρούσαν τις προδιαγραφές για ένα επαρκές δίκτυο που θα ίσχυε έως και σήμερα. Υποδείχθηκαν χώροι για όλα τα σημαντικά δημόσια κτίρια, αναδείχθηκαν οι βυζαντινές εκκλησίες, προστατεύθηκαν τα οθωμανικά κτίρια (όσα είχαν γλιτώσει από την πυρκαγιά) και ολόκληρη η Άνω Πόλη ορίσθηκε διατηρητέα. Η ίδρυση του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης και η δημιουργία Πανεπιστημιούπολης αποτέλεσε μια πρωτοποριακή ιδέα που δεν υλοποιήθηκε, ωστόσο στη μορφή της σημερινής Πανεπιστημιούπολης, αν και είναι αποτέλεσμα μεταγενέστερων τροποποιήσεων, η συμβολή των σχεδίων του Εμπράρ έπαιξε σημαντικό ρόλο.


Το πλήρες σχέδιο του Εμπράρ για την ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης

Σημαντικό στοιχείο στην έρευνα και στον σχεδιασμό της Θεσσαλονίκης υπήρξε η αναζήτηση μιας μέσης οδού όσον αφορά στην διεθνή αρχιτεκτονική, αλλά και στην διαφύλαξη της τοπικής παράδοσης της πόλης. Κύριο χαρακτηριστικό της εξωτερικής εμφάνισης των κτιρίων που προτάθηκε ήταν η απόλυτη συμμετρία των όψεων, ο τονισμός του κεντρικού άξονα με ελαφριά υπερύψωση στο μεσαίο τμήμα των κτιρίων.

Στα σχέδια προβλεπόταν ένα διοικητικό κέντρο που θα περιλάμβανε το δημαρχείο, το δικαστικό μέγαρο και μια σειρά δευτερευόντων κτιρίων που θα στέγαζαν τις υπόλοιπες δημόσιες υπηρεσίες. Παρότι τα σχέδια δεν υλοποιήθηκαν πλήρως, ένας μεγάλος αριθμός κτιρίων που χτίστηκαν αργότερα είναι αποτέλεσμα επιρροής των σχεδίων εκείνων, ακόμα κι αν με την πάροδο του χρόνου και την τεράστια ανάπτυξη πολλά σημεία έχουν αλλοιωθεί ή προσαρμοσθεί για να καλύψουν τις σύγχρονες ανάγκες μιας μεγαλούπολης.


Επιμέλεια

ΣΤΡ(ΤΧ) Παπαδόπουλος Δημήτριος, ξεναγός Πολεμικού Μουσείου Θεσσαλονίκης

Τελειόφοιτος Μηχανολόγος Μηχανικός Α.Π.Θ.


ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

------

ΤΗΛΕΦΩΝΟ +30 2310 249803

FAX +30 2310 893731

------

EMAIL 

warmuseumthessaloniki@yahoo.gr

SOCIAL MEDIA

------

  • Facebook
  • YouTube
  • TripAdvisor
TC_LL-01.png
COPYRIGHTS

------

Copyright © Πολεμικό Μουσείο Παράρτημα Θεσσαλονίκης

All Rights Reserved

Designed by samarasconstantinos

This site was designed with the
.com
website builder. Create your website today.
Start Now