Η Εκκλησία κατά τον Β' ΠΠ



Οι Έλληνες της γενιάς του 1940 έγραψαν στην Αλβανία, στα οχυρά του Ρούπελ και στην Κρήτη τις νέες Θερμοπύλες. Στρατός, Κλήρος και Λαός αυθόρμητα έδωσαν το παρόν και το φωτεινό παράδειγμα σε ολόκληρη την Ευρώπη, που είχε υποταχθεί στον ολοκληρωτισμό του φασισμού και του ναζισμού.


Βέβαια υπήρξαν και προδότες ή αδιάφοροι πατριώτες και από τις τάξεις του Στρατού και από τον Κλήρο και από το Λαό.


Στη συντριπτική πλειοψηφία τους όμως έδρασαν με γνώμονα το καθήκον προς την πατρίδα και το Έθνος. Γεγονός είναι πως οι υπεύθυνοι ηγέτες της ελληνικής ορθόδοξης Εκκλησίας, τις μέρες της Κατοχής, και ο Χρύσανθος και ο Δαμασκηνός, κράτησαν αξιοπρεπή στάση απέναντι στους κατακτητές. Ο Χρύσανθος αρνήθηκε να ορκίσει την παράνομη κυβέρνηση Τσολάκογλου, λέγοντας πως αυτός όρκισε τη νόμιμη του Τσουδερού.


Ο Τσολάκογλου και οι συνεργάτες του ορκίστηκαν από έναν αρχιμανδρίτη

Πήγα να δω το μητροπολίτη Ιωαννίνων Σπυρίδωνα, που είναι για μένα σύμβολο εθνικό...., γράφει ο Ελ. Ειμαρμένος, “Η Ελλάς στα βουνά της Αλβανίας”, νους και ψυχή, μυαλό και καρδιά...τα κανόνια χτυπούσαν έξω από την πόλη... Όλο και ζύγωναν οι Ιταλοί.


“Τότε γονάτισα μπρος στην Παναγιά, είπε ο δεσπότης, και με τα χέρια ψηλά, τα μάτια δακρυσμένα: Παναγιά μου, ...φώναξα...μη με τιμωρήσεις να δω τον τόπο μου σκλαβωμένο. Ρίξε την κατάρα Σου πάνω μου, σε μένα μονάχα, βάλε το χέρι Σου και σώσε την Πατρίδα”. Ράσο φορεί. Θα του πήγαινε επίσης καλά η στρατιωτική χλαίνη. Τον γνώρισα σε άλλα πεδία, σημειώνει ο Π. Παλαιολόγος στην εφημ. “ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ”. Τον ξαναβλέπω σήμερα στο μέτωπο. Ο χρόνος έχει λευκάνει τον Σπυρίδωνα Βλάχο. Μητρόπολη έχει το μέτωπο. Εκεί ανεμίζει το ράσο του…Πρέπει ν’ ακούσετε τον ηχηρό ασπασμό, που αποθέτουν οι φαντάροι στο χέρι του ιεράρχη, όταν είναι σε πορεία μάχης…- Με την ευχή σου, Δεσπότη μου… Και ο Δεσπότης, πολεμιστής τώρα ανάμεσα στους πολεμιστές….βέβαιος για τη νίκη, ευλογεί τα όπλα μας.

Στις 9 και 10 Δεκεμβρίου το σύνταγμα κινήθηκε βόρεια από τον ποταμό Άψο, που ήταν αδιάβατος, σημειώνει ο Αθ. Γιαννακόπουλος, “Το 66ο Σ.Π. εις το αλβανικόν έπος”. Η πορεία γινόταν με βροχή και χιόνια και με άντρες και ζώα χωρίς καμία τροφή. Ο ιερέας του συντάγματος Βαρνάβας, αργότερα μητροπολίτης Κατερίνης, προχωρούσε πεζός με κατεστραμμένα υποδήματα, σχεδόν ανυπόδητος.


Το σύνταγμα δεν είχε άρβυλα για να τα χορηγήσει… Στις 11 Δεκεμβρίου, το σύνταγμα έφτασε στο μύλο της Ντρεμπίσκας. Εκεί εφοδιαστήκαμε με τρόφιμα μιας ημέρας…ήταν πραγματικό Πάσχα. Και συνεχίζει ο ίδιος: “Το σύνταγμα στο Βυθικούκι της Β. Ηπείρου, στη μεγάλη ελλ. Εκκλησία έκανε δέηση προς το Θεό…το ημίφως, το τρεμουλιαστό φως των κεριών, των κανδυλιών, η απόλυτη σιγή…ήταν πραγματική μυσταγωγία. Και όταν ο ιερέας γονυκλινής προ της Ωραίας Πύλης, …προσευχήθηκε στην Υπεραγία Θεοτόκο, δεν υπήρξε κανείς, ο οποίος δεν δάκρυσε."


Φτάνουμε, σημειώνει ο Π. Παλαιολόγος στην Εφημ. “ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ”, στο δημαρχιακό μέγαρο του Αργυροκάστρου…στον εξώστη του καμαρώνει η κυανόλευκη…την περίμενα αυτή την ημέρα, ψιθυρίζει ο μητροπολίτης Ιωαννίνων και τρέμει ολόκληρος. Ο μητροπολίτης Αργυροκάστρου, νέος ακόμη, δίχως καλυμμαύχι, με το σταυρό στο στήθος, έρχεται….-Σας περίμενα, Γέροντα. Αγκαλιάζονται και φιλιούνται οι δυο ιεράρχες κλαίγοντας…Βαδίζουμε προς τη Μητρόπολη….Ένας κατάλευκος παπάς γονατίζει, κάνει το σταυρό του, ατενίζει τον ουρανό και λέγει: -Νυν απολύεις…


Ξεσκούφωτοι κάτω από τα μεγάλα έλατα ψάλλουμε όλος ο λόχος, μαζί με τον παπά: τη Υπερμάχω Στρατηγώ….διασώζει ο Άγγελος Βλάχος, “Το μνήμα της γριάς”, εκείνος έβαλε πάνω από το χακί ένα πετραχήλι, φόρεσε τα χρυσά του γυαλιά κι έκανε τους χαιρετισμούς. Πάνω από τα ψηλά έλατα έλαμπε ο ουρανός καθάριος….Η σκέψη πάει στον Σεραφείμ που έπεσε στη μάχη, σηκώνω τα μάτια και τον ψάχνω στο απέραντο γαλάζιο. Εκείνο που μας έκανε ικανούς να αντιμετωπίζουμε όλα αυτά χωρίς να τρελαθούμε, αντίθετα μάλιστα με ακλόνητο φρόνημα και ψυχραιμία και πεποίθηση πως θα νικήσουμε, ήταν η βαθιά πίστη μας στο Θεό και ειδικότερα στην προστασία της Υπερμάχου Στρατηγού των Ορθοδόξων Ελλήνων. 25 Μαρτίου 1941 “Τρεμπεσίνα” Ταγματάρχης Ι. Βερνάρδος.


Καθώς πορεύονται προς τις Σέρρες γύρω στη φωτιά είναι συγκεντρωμένο ένα τμήμα του 26ου Συντάγματος…..Να ο διοικητής με τους βαθμοφόρους, να ο αρχιμανδρίτης του με τα ιερά άμφια….Βγάζουν τα πηλήκιά τους, σταυροκοπιούνται και ακούν με κατάνυξη τις ευχές, που αρχίζει να ψέλνει ο παπάς….προβάλλει ο υπασπιστής κρατώντας τη Σημαία του συντάγματος, ατίμητο μνημείο δοξασμένων αγώνων…”Προσοχή” διατάζει ο διοικητής. Ο υπασπιστής κατεβάζει το ιερό λάβαρο στη φωτιά, ενώ ο παπάς ευλογεί. Το μεταξωτό πανί γίνεται στάχτη...ούτε ένας δεν μένει αδάκρυτος...ο αρχιμανδρίτης τους διακόπτει: Σηκώστε το χέρι να ορκιστείτε... ορκίζομαι ότι δε θα ησυχάσω….ότι θα δώσω το αίμα μου, για να ελευθερώσω την Πατρίδα! βροντοφωνούν αξιωματικοί και στρατιώτες… “Ρούπελ” Χρ. Ζαλοκώστας.


Οκτώβρης 1940. Τα ιταλικά αεροπλάνα “θέριζαν” την εθνική οδό Νεάπολης – Καστοριάς. Το 53ο Σύνταγμα Πεζικού περνούσε από το δικό μας απόμερο χωματόδρομο, Αρ. Κωστόπουλος, Σκαλοχώρι, σελ.92. Χειροκροτούσαμε τους επικεφαλής των μονάδων, τους σημαιοφόρους και ο παπάς εκεί με υψωμένο το Σταυρό ευλογούσε. Οι γριές με τους τρεις ιερείς του χωριού τον παπά Μήτσιο (Γιωτόπουλο), τον παπά Σιώμο (Τερζόπουλο) και τον π. Αθανάσιο Παπαγιαννόπουλο, σε αγρυπνίες στους ναούς, δέονταν για τη Νίκη.


Ο νεοχειροτονηθείς ιερέας Παπαστέργιος Βλαχάδης ετών τριάντα ενός υπηρέτησε την ενορία Νοστίμου Καστορίας κατά την περίοδο της ξενικής κατοχής και του εμφυλίου πολέμου διακινδυνεύοντας πολλές φορές την ίδια τη ζωή του για να προστατεύσει το ποίμνιό του, όπως το μεγάλο τόλμημά του να συναντήσει το Γερμανό φρούραρχο του Άργους Ορεστικού, μετά από πυρπόληση του χωριού (Νικ. Α. Κυριάκος-Γεώργιος Ε. Μπερόπουλος, “Ιστορία Νοστίμου Καστοριάς”) τον Αύγουστο του 1943 και να του ζητήσει να διατάξει την απελευθέρωση των συλληφθέντων συγχωριανών μας, πράγμα το οποίο και επέτυχε.


Στις 4 Αυγούστου 1943 στρατιωτικό γερμανικό τμήμα κατευθύνθηκε προς το Σκαλοχώρι Βοΐου Κοζάνης, βάλλοντας με μυδράλλια εναντίον θέσεως ανταρτικών τμημάτων στα γύρω υψώματα. Επιτροπή με επικεφαλής τον ιερέα Δημήτριο Γιωτόπουλο προσπάθησε να έρθει σε επαφή με τους Γερμανούς και να παρακαλέσει για τη σωτηρία του χωριού. Έπεσε όμως θύμα της φήμης πως τάχα οι Γερμανοί σέβονται όσους τους υποδέχονται, γιατί δέχθηκε τις βολές των γερμανικών όπλων, με αποτέλεσμα να φονευθούν όλοι, μαζί και ο σεβάσμιος ιερέας.


Τα φρικτά δεινά που επέβαλε η τριπλή Κατοχή (1941-1944) Ιταλών, Γερμανών, Βουλγάρων συνοψίζονται σε ανεκδιήγητα μαρτύρια, με απειράριθμα ανθρώπινα θύματα λόγω της πρωτοφανούς πείνας και των αθρόων εκτελέσεων, βομβαρδισμούς, ολοκαυτώματα κ.λ.π. Ο Μητροπολίτης Καστοριάς Νικηφόρος δηλώνει ότι μόνο στην περιφέρειά του υπάρχουν 600 θύματα και μεταξύ τους 9 ιερείς.


Στις Μητροπόλεις οργανώνονται με δικά τους χρήματα: Κοινωνική Πρόνοια, Συσσίτια, συμπαράσταση στους στρατευμένους και τις οικογένειές τους, στους φυλακισμένους, τους ετοιμοθάνατους, κάνουν έντονα διαβήματα και διαμαρτυρίες στους Κατακτητές, κρύβουν, φυγαδεύουν τους άντρες της Αντίστασης με τους οποίους και συνεργάζονται. Βεβαίως κοντά στους Μητροπολίτες είναι οι ιερείς οι οποίοι με το ίδιο θυσιαστικό πνεύμα πρωτοστατούν ως εθελοντές, ως έφεδροι και ως μόνιμοι Στρατιωτικοί. Βρέθηκαν στο Μέτωπο, ενίσχυαν το ηθικό των στρατιωτών, τελούσαν μυστήρια με αυταπάρνηση, βοήθησαν στη νικηφόρο έκβαση και πάρα πολλοί έπεσαν για την πατρίδα.


Και το όμορφο νησί της Πάρου είναι συνδεδεμένο με το Έπος του ’40 με δυο εξέχουσες μορφές: τον ηγούμενο της Μονής Λογγοβάρδας π. Φιλόθεο Ζερβάκο και τον π. Αυγουστίνο Καντιώτη, μετέπειτα Μητροπολίτη Φλωρίνης. Όταν η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο, η Μονή έστειλε στο Αλβανικό μέτωπο δέκα μοναχούς, μεταξύ των οποίων ο π. Νικηφόρος Μοραγλής από την Πάτρα που έπεσε ηρωικά. Με τη γερμανική κατοχή, όταν η πείνα μάστιζε τη χώρα, η μονή άνοιξε τη θύρα στους στρατιώτες και αξιωματικούς που από το μέτωπο άλλοι έφευγαν στην Κρήτη και άλλοι στη Μέση Ανατολή. Φιλοξενήθηκε Άγγλος στρατιώτης φορώντας ράσο και μετά από έξι μήνες με υποβρύχιο έφθασε στην Αίγυπτο. Επειδή η Αντίπαρος ήταν βάση υποβρυχίου όσοι έφευγαν για την Μ. Ανατολή Άγγλοι και Έλληνες, αξιωματικοί και οπλίτες, ο Έλληνας “σύνδεσμός” τους φιλοξενούνταν στη Μονή. Πολλά εχθρικά πλοία με έμψυχο υλικό και με σημαντικές ζημιές βυθίστηκαν εκεί χάρις στην κατασκοπεία που ενεργούνταν. Οι Ιταλοί πληροφορήθηκαν τη βάση υποβρυχίου και με ενέδρα συνέλαβαν όλους τους υπερασπιστές του νησιού εκτός από δύο Έλληνες αξιωματικούς που κατέφυγαν στη Λογγοβάρδα. Οι Ιταλοί όμως τους συνέλαβαν, κύκλωσαν τη Μονή, απαγόρευσαν την είσοδο πλοίων και του Ερυθρού Σταυρού και το νησί πέθαινε από πείνα. Όλων οι ελπίδες στράφηκαν και πάλι στη Μονή. Ο ηγούμενος π. Φιλόθεος και οι αδελφοί πρόσφεραν συσσίτιο καθημερινώς και οι προμήθειες της Μονής σαν από θαύμα δεν τελείωναν μέχρι τη νέα σοδειά.


Τότε ο ηγούμενος έκρυψε τον “Σύνδεσμο” Χάρη Γραμματικάκη και οι Ιταλοί υπέβαλλαν σε φρικτά μαρτύρια όσους συνελάμβαναν και τους έστελναν στην Αθήνα στο Ιταλικό Στρατοδικείο. Εκτελέστηκαν ευτυχώς μόνο 7 Έλληνες και ένας Άγγλος. Μέσα από τις ανακρίσεις προέκυψαν στοιχεία ενοχοποιητικά και ο Ιταλός διοικητής των Κυκλάδων διέταξε τον διοικητή της Πάρου να κάψει τη Μονή μαζί με τους μοναχούς. Ο Έλληνας διοικητής του νησιού ζήτησε χάρη μέχρι να εξετάσουν επακριβώς τα στοιχεία. Ενοχοποιήθηκαν δυο ιερομόναχοι ο π. Ηλίας Σιδέρης και ο π. Γρηγόριος Ατσάλης. Τους έστειλαν στις φυλακές Καλλιθέας μαζί με άλλους Αθηναίους πολίτες όπου οι συνθήκες πείνας, βρωμιάς και ακαθαρσίας καθιστούσαν τη ζωή τους επισφαλή. Μόνη παρηγοριά όλων οι μοναχοί που έψελναν τις παρακλήσεις στην Παναγία. Στις 13 Ιουλίου 1943 καταδικάστηκαν σε θάνατο οι 4 Παριανοί. Έκαναν ειδική δέηση στην Παναγία μέσα στη φυλακή όπου ήταν έγκλειστος και ο ηγούμενος. Τέλος η θανατική ποινή χαρίστηκε διότι έγινε η ιταλική κατάρρευση. Στην Μονή απονεμήθηκαν μετάλλια και ευχαριστήρια και από την κυβέρνηση της Νέας Ζηλανδίας.


Ο π. Αυγουστίνος βρέθηκε το ‘40 στο Μεσολόγγι, έπειτα έφυγε στα Ιωάννινα ως ιεροκήρυκας του Σπυρίδωνα Βλάχου. Τα Χριστούγεννα μιλάει στη Μητρόπολη μπροστά σε Έλληνες και Ιταλούς για θρησκευτικά και εθνικά θέματα και καλεί τους Έλληνες να μη λυγίσουν διότι το άστρο της αιώνιας Ελλάδας δεν θα σβήσει. Από τότε έγινε στόχος της Ιταλικής καραμπιναρίας. Φυγαδεύτηκε διότι παρακολουθούνταν συνεχώς και φθάνει στην Έδεσσα αρχές 1942 καταζητούμενος ως λίαν επικίνδυνος για την ασφάλεια των Ιταλικών στρατευμάτων. Κηρύττει φλογερά και άρα επικίνδυνα, αποσπάται στα Γιαννιτσά και σε λίγο μετατίθεται στη Θεσσαλονίκη και παίρνει συνεχείς αποσπάσεις σε Κιλκίς, Βέροια, Νάουσα, Φλώρινα και Έδεσσα. Ο κοφτερός λόγος, οι επισκέψεις στα χωριά, οι έρανοι για τα ορφανά, τους τραυματίες και τους ασθενείς που χωρίς να υπολογίζει κούραση, εχθρούς, κινδύνους κήρυττε Χριστό και Ελλάδα. Οι Γερμανικές αρχές στην Αθήνα πήραν απόφαση να τον εκτελέσουν αλλά το μαθαίνει τυχαία ο Πρωτοσύγκελος Αθηνών, κατόπιν μητροπολίτης Ναυπακτίας, Νικηφόρος και το ματαιώνει. Φλώρινα 1942: κήρυγμα, κατηχητικά, κινήσεις νέων, τα παιδιά των δρόμων, τα λουστράκια άκουγαν τα κηρύγματα. Τότε που κινδύνευε κάποιος να πει τη λέξη “Ελλάς” ο π. Αυγουστίνος κήρυξε: ο τόπος αυτός ήταν, είναι και θα είναι ελληνικός. Η Ιερά Σύνοδος τον μεταθέτει στην Κοζάνη στη θέση του αρχιμανδρίτη Ιωακείμ Λιούλια που βρήκε μαρτυρικό τέλος απ’ τους Γερμανούς. Ιδρύει αμέσως συσσίτια, που από 50 μερίδες φθάνουν γρήγορα τις 8.000 ημερησίως.


Ο ιεροκήρυκας καταγγέλλει όσους συνεργάζονται με τους κατακτητές και τους μαυραγορίτες. Η Εκκλησία του απαγορεύει το κήρυγμα στους ναούς και καταφεύγει σε γκαράζ. Καταδικάζεται και από Γερμανούς και από Έλληνες. Γλιτώνει την εκτέλεση χάρη στην επέμβαση του Κ. Μπόζιου που βράδυ αργά του αλλάζει σπίτι. Αγωνίζεται να συμφιλιώσει όλους τους Έλληνες. Ζητάει από το Μάρκο Βαφειάδη να απελευθερώσουν τα παιδιά. Το κατορθώνει. Ταΐζει εχθρούς, ακόμη και Βούλγαρους αιχμαλώτους. Ελέγχει τη διαπλοκή της ιεροσύνης με την πολιτική. Απειλείται με εκτέλεση και σώζεται με την επέμβαση του γιού της σπιτονοικοκυράς του, αξιωματικού του Ε.Λ.Α.Σ. Γιάννη Χαλβατζή. Φεύγει στα Γρεβενά, στην Λάρισα, στη Φλώρινα και προσφέρει και ως ιεροκήρυκας του Στρατού.


Η Εκκλησία με τους εκπροσώπους της, απλούς παπάδες, αρχιμανδρίτες, μοναχούς, ιεράρχες στάθηκε δίπλα στο δοκιμαζόμενο λαό σε όλες τις στιγμές του βίου του. Ένας λαμπρός ιεράρχης στην υπηρεσία του έθνους ήταν και ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος, κατά κόσμον Γεώργιος Αλεξιάδης, από τη Μεσόπολη της Προύσας.


Επέδειξε τεράστιο φιλανθρωπικό έργο με ενίσχυση των ιδρυμάτων, ίδρυση νέων, όπως η ΧΑΝΘ, κοινωνική δράση με συσσίτια και αγώνες για τους πτωχούς και τους Ισραηλίτες της Θεσσαλονίκης και πλούσιο διοικητικό και εκκλησιαστικό έργο.


Ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών μακαριστός Σεραφείμ, το 1942 νεοχειροτονημένος αρχιμανδρίτης από τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό υπηρέτησε αρχικά στον Άγιο Λουκά Πατησίων και οργάνωσε αμέσως στον κήπο του Ναού συσσίτια για 600 παιδιά.


Ήταν ιεροκήρυκας καυστικός κατά των κατακτητών, αλλά και κατά των εκτρεπομένων Ελλήνων ή Ελληνίδων που συνέπραξαν με τους κατακτητές. Κινδύνευσε η ζωή του. Μυήθηκε στις αντάρτικες ομάδες του Ε.Δ.Ε.Σ. του Ν. Ζέρβα. Το ’43 βρέθηκε με αντίξοες συνθήκες στο βουνό προς Αγρίνιο και με τα πόδια έφθασε στα Τζουμέρκα. Επίσημα αντιπροσώπευσε την Εκκλησία της Ελλάδος στην Εθνική Αντίσταση. Ολομόναχος μέσα στα βουνά έπρεπε να παραδώσει στην Αθήνα έγγραφα, αλλά μετά από προδοσία παρέμεινε στην Άρτα. Χωρίς ταυτότητα πέρασε μ’ έναν “σύνδεσμο” από το φυλάκιο των Γερμανών και φθάνοντας στον Δεσπότη προμηθεύτηκε άδεια μετάβασης στην Αθήνα. Μετά από προδοσία του απαγορεύθηκε η έξοδος. Η οργάνωση του προμήθευσε από Αθήνα χαρτιά, “μετάβασις εις Άρταν μετ’ επιστροφής”. Τόλμησε και με αυτά τα χαρτιά μπήκε σ’ ένα γκαζοζέν γεμάτο πορτοκάλια και το έσκασε στην Αθήνα. Στην Άρτα και στην Αθήνα τον αναζητούσαν οι Γερμανοί να τον σκοτώσουν. Πήγαινε στη Σύνοδο φορώντας τζάμια γυαλιά και κάθε βράδυ άλλαζε σπίτι και κοιμόταν σε διαφορετικά μέρη των Αθηνών. Ο ίδιος ο Σεραφείμ αναφέρει ότι είχαν πάει με το ΕΑΜ ο Ηλείας Αντώνιος και ο Κοζάνης Ιωακείμ και με τον Βελουχιώτη άλλοι κληρικοί καθώς και ο ηγούμενος της Μονής Αγάθωνα Γερμανός.


Απρίλιος του 1941, η γερμανική σημαία ανεμίζει στην Ακρόπολη, ο Βασιλιάς και η Κυβέρνηση φεύγουν, για να συνεχίσουν τον αγώνα εκτός συνόρων και ό,τι μένει για το Γένος είναι μονάχα η Εκκλησία και κυρίως ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών.




Ο Δαμασκηνός πιστεύει πως η “Ναυς” – Εκκλησία έχει χρέος στις δύσκολες στιγμές του Γένους, όχι να αποσύρεται από τα εγκόσμια, αλλά να κατεβαίνει στο δρόμο, να αγωνίζεται, να ορθώνει το ανάστημά της και αν χρειαστεί να μαρτυρεί. Απέδειξε με το έργο του ότι ήταν μεγάλος άνθρωπος, πατριώτης, χριστιανός γεμάτος καλοσύνη και θάρρος, ανθρωπιά, χιούμορ, πρακτικότητα, αποτελεσματικότητα, ιεροπρέπεια. Όταν οι Βούλγαροι κατέλαβαν την Ανατολική Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη κάνει πολλαπλά διαβήματα στον πληρεξούσιο του Ράϊχ και δεν διστάζει ν’ αλληλογραφεί επιπλέον διαμαρτυρόμενος για τις πρωτοφανείς θηριωδίες τους. Ο θρήνος, ο κλαυθμός και ο οδυρμός οι σφαγές και η προσπάθεια εκβουλγαρισμού, ακόμη και της Θεσσαλονίκης, οπλίζουν το Δαμασκηνό για συγκεκριμένες συναντήσεις και διαμαρτυρίες με τον Altenburg. Χειροτονεί το νέο Μητροπολίτη Νευροκοπίου και τον προπέμπει στη “Γη της Επαγγελίας” καθώς οι Βούλγαροι καθαιρούν κλήρο και εκπαιδευτικούς τοποθετώντας δικούς στους, απαγορεύουν την Ελληνική γλώσσα, καταδικάζουν σε πείνα όλους τους Έλληνες και σκοτώνουν ολόκληρους πληθυσμούς πόλεων και χωριών για να επιβάλλουν το σχέδιο εκβουλγαρισμού των περιοχών με την ανοχή του Ράϊχ.


Ο Δαμασκηνός ζητάει ακροάσεις και διαμαρτύρεται επικίνδυνα. Ζητάει και από την ελληνική κυβέρνηση να παραιτηθεί. Στον μεγάλο λιμό ζητάει και από τον Τσολάκογλου, αλλά και από τους πληρεξούσιους των Γερμανών και των Ιταλών να του ανατεθεί η ευθύνη του επισιτισμού προς τους δοκιμαζομένους με εισαγωγές από δυτικές χώρες και την μεσολάβηση του Βατικανού και του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Αφήνει τη Μητρόπολη ανοιχτή μέρα και νύχτα για όλους, με άκρα μυστικότητα διαχειρίζεται τεράστια ποσά και για αποστολή στην Μ. Ανατολή και για αποφυλακίσεις κρατουμένων. Κρύβει με κίνδυνο προσωπικό ακόμη και στο σπίτι του καταζητούμενους από τους Γερμανούς. Οργανώνει συσσίτια και δίνει χρήματα στις οικογένειες σκοτωμένων και αναξιοπαθούντων. Ζητεί χάριν για μελλοθάνατους επανειλημμένως. Δικαιολογεί τον Ελληνικό Λαό για την εχθρότητά του απέναντι στους κατακτητές. Ιδρύει τον Εθνικό Οργανισμό Χριστιανικής Αλληλεγγύης, οργανώνει κοινωνική μέριμνα και τοπικά εξωσχολικά Κέντρα.


Όταν αρχίζουν τα αντίποινα των κατακτητών ο Δαμασκηνός βοηθάει προσωπικά, συνεργάζεται με “συνδέσμους” για τη σωτηρία πατριωτών, μιλάει με παρρησία και ευθύτητα στους Γερμανούς, ξεθάβει δεκατέσσερις πατριώτες για να τους αναγνωρίσουν οι συγγενείς τους και να αποδώσουν τα πρέποντα. Κρύβει στην Αρχιεπισκοπή και μετά στο σπίτι του τον Άγγλο ανταποκριτή των Τάϊμς μέχρι να τον φυγαδεύσει στη Μέση Ανατολή.


Ο Αρχιεπίσκοπος ξεσηκώνει τις Οργανώσεις σε κοινή διαμαρτυρία, αλλά σκεπτόμενος τους τρομοκράτες κατακτητές το ματαιώνει. Καίγεται το αμαξοστάσιο της Ηλεκτρικής Εταιρίας Μεταφορών και ο Στρατηγός Speidel απειλεί με εκτέλεση 50 ομήρων. Απεγνωσμένα διαβήματα του Αρχιεπισκόπου, εξέγερση του λαού και τελικά οι όμηροι δεν εκτελούνται. Ο Αρχιεπίσκοπος, παρά τις πιέσεις των Γερμανών, αρνείται να καταδικάσει την Αντίσταση και, όταν τον ρωτούν γιατί δεν παίρνει θέση εναντίον του κομμουνισμού, απαντά με το χαρακτηριστικό του χιούμορ:” Όταν θα φύγετε, θα πάρουμε θέση. Τώρα είμαστε όλοι Έλληνες”.


Ζήτησε τη μεσολάβηση του Προέδρου του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού για να μην εκτοπιστούν οι Ισραηλίτες Έλληνες στην Πολωνία. Οργανώνει συσσίτια μέσω του Ε.Ε. Σταυρού για τους Ισραηλίτες της Θεσσαλονίκης.


Έστελνε κρυφά τις εισφορές των Ισραηλιτών των Αθηνών με επιταγές προς τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο.


Όταν άρχισε ο διωγμός και των Αθηναίων Εβραίων κάλεσε το Γενικό Διευθυντή των Διοικητικών Υπηρεσιών του Δήμου Αθηναίων Π. Χαλδέζο και του είπε: “Εγώ έκαμα του σταυρό μου, μίλησα με τον Θεό, και αποφάσισα να σώσω όσες ψυχές Εβραίων ημπορώ. Έστω και αν κινδυνεύω. Εγώ θα τους βαπτίζω τους Εβραίους, και συ θα τους δίδεις πιστοποιητικά του Δήμου για να παίρνουν ταυτότητα ως Χριστιανοί Έλληνες”. Έτσι άνοιξαν ιδιαίτερο δημοτολόγιο όπου καταχωρήθηκαν 560 Εβραίοι ως Χριστιανοί και σώθηκαν.


Έρχεται σ’ επαφή με την Ελληνική Κυβέρνηση στο Κάϊρο, γίνεται Αντιβασιλεύς και στο τέλος έρχεται αντιμέτωπος με τα SS. Τίθεται υπο κράτησιν και κατ’ οίκον περιορισμό, αρνείται την πρόταση απόδρασης στο Κάϊρο και παραμένει δίπλα στο ποίμνιό του μέχρι την 12η Οκτωβρίου του 1944 που ελευθερώνεται η Αθήνα. Χριστός Ανέστη ψάλλουν στην επίσημη Δοξολογία της Απελευθερώσεως. Ψάλλει ο χορός τον Ύμνο, που ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός συνέθεσε “Η Δεξιά σου, Κύριε, δεδόξασται εν ισχύι η δεξιά Σου Χείρ, Κύριε, έθραυσεν εχθρούς εν τω πλήθει της δόξης Σου, συνέτριψας τους υπεναντίους”.


Η 28η Οκτωβρίου 1940 προβάλλει στη σκηνή της ιστορίας έναν αγώνα γενικότερο μιας φυλής ανθρώπων, που προσδιορίζεται από το πάθος της ελευθερίας. Πέρα από τον πάταγο των αυτοκρατοριών, που γκρεμίζονται, θ’ απομείνει ν’ ακούγεται μέσα στον απομακρυσμένο κόσμο το εωθινό, που σήμανε η σάλπιγγα πάνω στον Ελληνικό βράχο μια φθινοπωρινή αυγή”, “Ο πόλεμος 1940-1941”, Άγγελος Τερζάκης.     

ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

------

ΤΗΛΕΦΩΝΟ +30 2310 249803

FAX +30 2310 893731

------

EMAIL 

warmuseumthessaloniki@yahoo.gr

SOCIAL MEDIA

------

  • Facebook
  • YouTube
  • TripAdvisor
TC_LL-01.png
COPYRIGHTS

------

Copyright © Πολεμικό Μουσείο Παράρτημα Θεσσαλονίκης

All Rights Reserved

Designed by samarasconstantinos

This site was designed with the
.com
website builder. Create your website today.
Start Now