Κινηματογράφος και προπαγάνδα: Ένας άρρηκτος δεσμός

«Αληθινή δύναμη δεν είναι η δύναμη πάνω στα πράγματα, αλλά πάνω στους ανθρώπους… Δύναμη είναι το να κομματιάζεις το ανθρώπινο μυαλό και να το ξανασυναρμολογείς δίνοντάς του το σχήμα που επιθυμείς».

Τζορτζ Όργουελ


Όταν στα τέλη του 19ου αιώνα ορισμένοι ευφάνταστοι εφευρέτες σύστησαν στην ανθρωπότητα το θαύμα του κινηματογράφου, λίγοι θα φαντάζονταν ότι θα εξελισσόταν σε αυτό που είναι σήμερα. Ο άνθρωπος, με την έμφυτη τελειομανία και το πάθος για καλλιτεχνική δημιουργία που ανέπτυξε παράλληλα με τον πολιτισμό, έχει πλέον εξορύξει απ' την κινούμενη εικόνα μια παράλληλη διάσταση, ένα νέο κόσμο που αντιγράφει, αλλά και παράλληλα αντιγράφεται από την πραγματικότητα.


Δεν είναι παράξενο λοιπόν το ότι ο επίπλαστος αυτός κόσμος έχει την δύναμη, την εξουσία να παρασέρνει στη δίνη του τον οποιοδήποτε έρθει σε επαφή μαζί του. Λίγοι είναι εκείνοι που δεν συγκινούνται έστω στο ελάχιστο, που δεν απορροφώνται μέσα στην είκονα ενός κοσμου σαφώς πιο συναρπαστικού και εκστατικού του υλικού. Και λίγοι είναι εκείνοι που εγκαταλείποντας την κινηματογραφική αίθουσα ή κλείνοντας την τηλεόραση τους παραμένουν απόλυτα ανεπηρέαστοι απ'τις εικόνες που μονοπώλησαν το ενδιαφέρον τους τις προηγούμενες ώρες. Όπως λέμε ''Η τέχνη μιμείται τη ζωή και η ζωή την τέχνη'' δημιουργώντας έτσι μια αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στους δύο κόσμους που χωρίζει η οθόνη. Ο κινηματογράφος δεν αντιγράφει απλά τη ζωή. Την μετουσιώνει σε κάτι νέο, προσαρμοσμένο στη κοσμοθεωρία του εκάστοτε δημιουργού. Ο δημιουργός αποκτά την δύναμη να επηρεάσει, να αλλάξει, να επιβάλει και να διαμορφώσει απόψεις και αντιλήψεις. Είναι συνεπώς εύκολο να κατανοήσουμε ότι ο κινηματογράφος θα γινόταν αναπόφευκτα και αμέσως μετά την κοινωνικο-πολιτισμική παγίωση του, σημαντικό όργανο προπαγάνδας στα χέρια των δημιουργών του και εν λογική συνεχεία, του Κράτους.


Το παρόν άρθρο θα εξετάσει με ιστορικές αναφορές το ρόλο που διαδραμάτισε ο κινηματογράφος στην προπαγάνδα ιδεών και θέσεων κατά την άνοδο των Εθνικοσοσιαλιστών στη Γερμανία και την παγίωση της κομουνιστικής ιδεολογίας μετά την επικράτηση των Μπολσεβίκων στη Ρωσία, και κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στην κινητοποίηση των μαζών για συμμετοχή σε αυτόν.



Μεσοπόλεμος: Ο κινηματογράφος ακμάζει, η προπαγάνδα επίσης

Ο μεσοπόλεμος βρίσκει την Ευρώπη κατεστραμμένη και τους λαούς της, ειδικά τους ανήκοντες στα ηττημένα Έθνη του Α'ΠΠ, εξαθλιωμένους. Παράλληλα, στα τέλη της δεκαετίας του '20 ξεσπά η οικονομική κρίση, το λεγόμενο Κραχ του 1929, στην Αμερική και οι επιπτώσεις του δεν αργούν να εμφανιστούν και στην Ευρώπη. Οι κακές οικονομικές συνθήκες, σε συνδυασμό με τις κοινωνικές αναταραχές και την εμφάνιση του Μπολσεβικισμού στην ανατολή οδηγούν σταδιακά στην άνοδο Φασιστικών κινημάτων. Στην Ελλάδα αναλαμβάνει την εξουσία ο Μεταξάς, καταλύοντας την Βουλή το 1936, ο Μουσολίνι έχει ήδη απ'την προηγούμενη δεκαετία παγιώσει την εξουσία του στην Ιταλία και βεβαίως στην Γερμανία εκλέγονται στο Ράιχσταγκ δημιουργώντας κυβέρνηση οι Ναζί, υπό την αρχηγεία του Αδόλφου Χίτλερ.


Η Γερμανία σ' όλη την διάρκεια της ιστορικής της πορείας κατά τον προηγούμενο αιώνα αποτελούσε το πολιτισμικό κέντρο και την καρδιά της Ευρώπης. Παρά τα πολλαπλά οικονομικά, κοινωνικά και γεωπολιτικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η Γερμανία κατάφερε να αποτελέσει τον κύριο παραγωγό τέχνης και συγκεκριμένα κινηματογράφου. Μάλιστα, ο Γερμανικός κινηματογράφος ήκμασε περισσότερο στην λεγόμενη περίοδο της ''Δημοκρατίας της Βαϊμάρης'', δηλ στο διάστημα του μεσοπολέμου όταν όλες οι άλλες πτυχές της ζωής του τόπου περνούσαν βαθιά κρίση. Στο διάστημα αυτό και προτού αναλάβει εξουσία το NSDAP,  παρατηρούμε μια πρωτόγνωρη για την Ευρώπη άνθηση της 7ης τέχνης και την παραγωγή ενός μεγάλου (για τα δεδομένα της εποχής) πλήθους ταινιών, πολλές εκ των οποίων αποτελούν ακόμα και σήμερα ορόσημα του παγκόσμιου κινηματογράφου. Η θεματολογία της πλειοψηφίας τους επικεντρώνεται στην βία και τον φόβο, επηρεαζόμενα απ' το γενικότερο μουντό κλίμα που επικρατούσε τότε στην μεταπολεμική Γερμανία. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν το Νοσφεράτου του Μουρνάου, το Εργαστήριο του Δρ. Καλιγκάρι του Ρόμπερτ Βίνε, το Μ και το Μετρόπολις αμφότερα του Φριτς Λανγκ. Το Μετρόπολις συγκεκριμένα, απεικονίζει έναν φανταστικό, μελλοντικό, δυστοπικό κόσμο όπου οι κοινωνικές τάξεις ζουν σε πλήρως διαφορετικές συνθήκες, πλήρως αποκομμένες μεταξύ τους σε ένα ψυχρό υπερ-βιομηχανοποιημένο περιβάλλον που βασιλεύει η αδικία.



Μάλιστα, το έτος κυκλοφορίας του, δηλ το 1927, το Μετρόπολις απέκτησε έναν ένθερμο υποστηρικτή στο πρόσωπο ενός νέου πολιτικού που είδε στην απεικονιζόμενη κοινωνία ένα ανησυχητικό μέλλον για τη Γερμανία. Ο πολιτικός αυτός ήταν ο Γιόζεφ Γκέμπελς, ο μετέπειτα Υπουργός Προπαγάνδας του 3ου Ράιχ, αυτοδιορισμένος ''Προστάτης Του Γερμανικου Φιλμ'' και δεξί χέρι του Αδόλφου Χίτλερ. (εν συνεχεία θα πίεζε τον σκηνοθέτη της ταινίας Φριτς Λανγκ να τοποθετηθεί σε θέση εξουσίας επί Χίτλερ, αλλά αυτος αρνείται καταφεύγοντας στις ΗΠΑ).


Ο Γκέμπελς έχοντας χριστεί υπεύθυνος τομέας προπαγάνδας του Ναζιστικού κόμματος τον Απρίλιο του 1930, μετά την ανάληψη εξουσίας απ' τον Χίτλερ, διεξήγαγε μια εκστρατεία ''κάθαρσης'' (όπως την θεωρούσε) του Γερμανικού κινηματογράφου, και προσαρμογής του στα πρότυπα του Ναζισμού.


Κατά το '33 λοιπόν, οι Ναζί έχοντας αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας προωθούν το κλείσιμο πολλών εταιρειών παραγωγής, ενώ οι λίγες που παραμένουν περνούν στον έλεγχο του κράτους που τις χρησιμοποιεί για την κυκλοφορία προπαγανδιστικού υλικού. Το περιεχόμενο είναι αυστηρά και αποκλειστικά φιλοκυβερνητικό, ή αλλιώς καθαρά απολιτικό. Κύρια θέματα του Ναζιστικού κινηματογράφου είναι ο εθνικισμός, ο πόλεμος, η Πρωσσική Ιστορία, ο αντικομμουνισμος και ο αντισημιτισμός.


Η σημαντικότερη κινηματογραφική σκηνοθέτης του 3ου Ράιχ ήταν η Λένι Ρίφενσταλ. Η Λένι Ρίφενσταλ επελέχθη απ' τον ίδιο τον Χίτλερ με σκοπό να αναλάβει την κινηματογραφική προπαγάνδα του Γερμανικού Ναζιστικού κόμματος. Το σημαντικότερο και διασημότερο προπαγανδιστικό της έργο, το οποίο ακόμα και σήμερα λαμβάνει διθυραμβικές κριτικές ως προς την τεχνική του -παρά τις ενστάσεις για το ιδεολογικό του περιεχόμενο- είναι το ''Θρίαμβος της Θέλησης”, το οποίο επικεντρώνεται σε ένα συνέδριο του Ναζιστικού κόμματος και με την χρήση διάφορων πλάνων του νεογέννητου τότε 3ου Ράιχ παρουσιάζει τον Χίτλερ και το υπόλοιπο κόμμα ως Μεσσίες – σωτήρες του Γερμανικού Έθνους. Επίσης, σκηνοθέτησε το διάσημο ντοκιμαντέρ ''Ολύμπια'' το οποίο πραγματεύεται τους Ολυμπιακούς αγώνες του 1936 στο Βερολίνο και για το οποίο ταξίδεψε στην Ελλάδα για πλάνα από χώρους που φιλοξένησαν τους αγώνες στην αρχαιότητα. Η φιλοχιτλερική διάθεση είναι και πάλι εμφανής στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει τη διοργάνωση των αγώνων.


Πλάνο απ'την ταινία “Ο Θρίαμβος της Θελήσεως”


Ο Γκέμπελς (δεξιά) και ο Χίτλερ επισκέπτονται την εταιρεία παραγωγής προπαγανδιστικών ταινιών του 3ου Ράιχ, UFA.


Στο ανατολικό άκρο της Ευρώπης, στην Ρωσική δηλ. Αυτοκρατορία, το 1917, μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση αναλαμβάνουν την εξουσία οι Μπολσεβίκοι, καθοδηγούμενοι απ' τον Λένιν και δημιουργούν την Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, η οποία αποτελεί επίσης ένα κράτος - επιτομή ολοκληρωτικής διακυβέρνησης. Η κομουνιστική προπαγάνδα ανθεί σε όλους τους τομείς της, συμπεριλαμβανομένου και του κινηματογράφου. Κοινά θέματα των Σοβιετικών δημιουργών είναι ο αντι-Αμερικανισμός, ο αντι-καπιταλισμός, η εξύμνηση των ηγετών της Οκτωβριανής Επανάστασης και μετέπειτα (επί Στάλιν) ο εθνικισμός, που αποσκοπούσε στην τόνωση του εθνικού λαϊκού αισθήματος.


Ορισμένες απ' τις πιο διάσημες ταινίες της προ του Β'ΠΠ περιόδου στη Σοβιετική Ένωση είναι το Τσίρκο (1936), που διακατέχεται από αίσθημα έντονου αντι-Αμερικανισμού, και οι ταινίες του πιο καταξιωμένου Σοβιετικού σκηνοθέτη, του Σεργκέι Έισενστειν, ο οποίος ήταν ο ανεπίσημα επίσημος σκηνοθέτης του καθεστώτος. Μάλιστα, στη Χιτλερική Γερμανία η προαναφερθείσα Λένι Ρίφενσταλ αποκαλούνταν η θηλυκή Γερμανική εκδοχή του Έισενσταιν.


Οι σημαντικότερες ταινίες του 'Εισενσταιν ήταν το Θωρηκτό Ποτέμκιν, το Αλεξάντερ Νέβσκι, και το Ιβάν ο Τρομερός, όλα εκ των οποίων δημιουργήθηκαν υπό την επίβλεψη του καθεστώτος και είχαν προπαγανδιστικό -άλλοτε έμμεσο, άλλοτε άμεσο- περιεχόμενο. Το “Θωρηκτό Ποτέμκιν” θεωρείται μια απ'τις σημαντικότερες ταινίες προπαγάνδας όλων των εποχών. Κυκλοφόρησε το 1925, οχτώ έτη μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και παρουσιάζει μια δραματοποιημένη εκδοχή μιας ανταρσίας που συνέβη το 1905, όταν το πλήρωμα του θωρηκτού Ποτέμκιν επαναστάτησε ενάντια σε αξιωματικούς του Τσαρικού καθεστώτος που διοικούσαν το πλοίο, με σαφείς παραλληλισμούς με το κίνημα των Μπολσεβίκων. Το Ιβάν ο Τρομερός, ακόμα ένα έργο σημείο αναφοράς του Σοβιετικού κινηματογράφου, αποτελούνταν από δύο μέρη και γυρίστηκε υπό την καθοδήγηση του ίδιου του Στάλιν, ο οποίος ταυτιζόταν με το αντικείμενο της ταινίας, δηλ, τον Τσάρο Ιβάν της Ρωσίας. Παρ' όλα αυτά, έμεινε ανικανοποίητος με το τελικό αποτέλεσμα και απαγόρευσε την κυκλοφορία του δεύτερου μέρους το οποίο δεν κυκλοφόρησε παρά μόνο μετά το θάνατο του.


Ο σκηνοθέτης Σεργκέι Έισενσταιν


Το “Θωρηκτό Ποτέμκιν”


Β' Παγκόσμιος Πόλεμος: εξέλιξη της προπαγάνδας

Με το ξέσπασμα του πολέμου σε παγκόσμια κλίμακα, και με την ήδη υπάρχουσα εχθρότητα ανάμεσα στα κράτη που θα πολεμούσαν μεταξύ τους στη συνέχεια, η πολεμική προπαγάνδα ανθεί σε όλα τα εμπλεκόμενα Έθνη, είτε αυτά είχαν υποκύψει στον ολοκληρωτισμό, είτε είχαν δημοκρατικό καθεστώς. Οι απανταχού κυβερνήσεις επιστράτευσαν όλες τις μεθόδους προπαγάνδας που είχαν στη διάθεση τους και ένα μεγάλο κομμάτι των κινηματογραφικών παραγωγών της εποχής στράφηκε σε πατριωτική ρητορική και πολιτική προπαγάνδα κατά του αντιπάλου.


Στη Ναζιστική Γερμανία, πέρα από ένα σημαντικό αριθμό μελοδραμάτων και ελαφρού περιεχομένου ταινιών που αποσκοπούσαν στο να αποσπούν το κοινό από τη πραγματικότητα του πολέμου, υπήρξε έντονη προπαγανδιστική δραστηριότητα απ' τους σκηνοθέτες – εντολοδόχους του Γκέμπελς και του υπουργείου Προπαγάνδας.


Κατά τα χρονικά του πολέμου παρήχθη ένας σημαντικός αριθμός ταινιών και ντοκιμαντέρ που αποσκοπούσαν στον να επηρεάσουν τη κοινή γνώμη τόσο υπέρ του πολέμου, όσο και υπέρ του καθεστώτος.


Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν τo Feldzug in Polen (Η εκστρατεία στη Πολωνία), ντοκιμαντέρ που παρουσίαζε τους Πολωνούς ως διώκτες των Γερμανικών πληθυσμών και ενίσχυε το αντι-Πολωνικό αίσθημα του Γερμανικού λαού, το Heimkehr με επίσης αντι-Πολωνικό, πλην δραματοποιημένο, περιεχόμενο, το αντι-Σερβικό Menschen im Sturm (Άντρες στην καταιγίδα), και το Sieg im Westen (Νίκη στη Δύση) το οποίο παρουσίαζε τη Γερμανική εκδοχή για τις ρίζες της παγκόσμιας διαμάχης. Το τελευταίο παρήχθη εκτός του Υπουργείου Προπαγάνδας και δεν εξυμνούσε τη Ναζιστική ηγεσία, με αποτέλεσμα να δεχθεί κυβερνητικό μποϊκοτάζ.


Χαρακτηριστικό γνώρισμα της σκηνοθεσίας των Γερμανικών στρατευμάτων ήταν η εντολή που είχε δοθεί απ' τον Γκέμπελς να απαθανατίζονται οι πορείες του στρατού απ' τα αριστερά προς τα δεξιά. Αυτό κατά τον Γκέμπελς έδινε μια νικηφόρα αίσθηση στα πλάνα και ενίσχυε το προπαγανδιστικό στόχο των σκηνών.


Ο κινηματογράφος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο και στην αντι-Γερμανική προπαγάνδα της Σοβιετικής Ένωσης. Με το ξέσπασμα του πολέμου ξεκίνησε η παραγωγή ταινιών και ντοκιμαντέρ που αποσκοπούσαν στο να χλευάσουν το Ναζισμό και τους ηγέτες του 3ου Ράιχ, ενώ παράλληλα να τονώσουν το εθνικιστικό αίσθημα των Σοβιετικών λαών ενάντια στο Γερμανικό ιμπεριαλισμό.


Το πιο γνωστό προπαγανδιστικό ντοκιμαντέρ που παρήχθη κατά των Β'ΠΠ απ'τη Σοβιετική Ένωση ήταν το ''Η Μόσχα Αντεπιτίθεται'', το οποίο απεικόνιζε την άμυνα των Σοβιετικών στρατευμάτων κατά τη λεγόμενη Μάχη της Μόσχας στο Ανατολικό Μέτωπο (Οκτώβριος '41 – Ιανουάριος '42) το οποίο μάλιστα βραβεύτηκε με Όσκαρ.


Πέρα από ορισμένα ντοκιμαντέρ, η παραγωγή ταινιών κατά τη διάρκεια του πολέμου πάγωσε. Πάραυτα, ένα χρόνο πριν το ξέσπασμα του πολέμου ο ''επίσημος'' σκηνοθέτης του Κομουνιστικού καθεστώτος και επίλεκτος του Στάλιν, ο προαναφερθείς Σεργκέι Έισενσταιν, είχε ολοκληρώσει μια απ'τις γνωστότερες ταινίες του, το Αλεξάντερ Νέβσκι. Η υπόθεση της ταινίας αφορά την εισβολή των Τευτονικών Ταγμάτων στη πόλη Νοβγκορόντ, και την απόκρουση τους απ' τον Αλέξανδρο Νιέφσκι ο οποίος εν συνεχεία αγιοποιήθηκε απ' την Ρωσική εκκλησία.


Η ταινία φέρει σαφείς παραλληλισμούς με την τότε σχέση Ρωσίας – Γερμανίας και για να τονιστεί ακόμα περισσότερο ο πολιτικός χαρακτήρας της ταινίας, ο δημιουργός στόλισε τα κράνη των Τευτονικών ιπποτών και τα καπέλα των κληρικών τους με Σβάστικες, κάνοντας έτσι μια σαφή παραπομπή στους σύγχρονους απογόνους των Τευτόνων, τους Γερμανούς Ναζιστές. Η ταινία, το περιεχόμενο της οποίας είναι έντονα αντι-κληρικό και αντι-καπιταλιστικό, αν και ολοκληρώθηκε το 1938 απεσύρθη λόγω του Συμφώνου Ρίμπεντροπ – Μολότοβ, που προέβλεπε εκεχειρία μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και του 3ου Ράιχ. Στη συνέχεια, βέβαια, μετά τη Γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση τον Ιούνιο του '41, η ταινία επανακυκλοφόρησε με ευρεία αποδοχή.


Πλάνο απ'την ταινία “Αλεξάνδερ Νέβσκι” που απεικονίζει καθολικό ιερέα με Σβάστικες στο καπέλο του.


Το μωσαϊκό της πολεμικής προπαγάνδας στη Σ. Ένωση συμπληρώνει ένα πλήθος ταινιών κινουμένων σχεδίων μικρού μήκους που ειρωνεύονται τον Χίτλερ, τον παρουσιάζουν ως υπέρμαχο του μεγάλου κεφαλαίου και παρομοιάζουν τους Ναζί με κοράκια.


Ταινία κινουμένων σχεδίων μικρού μήκους, μέρος της πολεμικός προπαγάνδας της Σ. Ένωσης


Οι λειτουργοί του γνώριζαν την σημασία της ψυχαγωγίας στην λειτουργία της προπαγάνδας και χρηματοδότησαν και επέβλεψαν την παραγωγή διαφόρων ταινιών. Μία απ'τις παλαιότερες ήταν το  “Went the day well?” η οποία παρουσίαζε μια φανταστική επίθεση εθνικοσοσιαλιστών παραστρατιωτικών σε ένα χωριό της Αγγλίας, και γυρίστηκε όταν ακόμα η πιθανότητα εισβολής των Γερμανικών στρατευμάτων στην Μ. Βρετανία φάνταζε εφικτή. Με την πάροδο του πολέμου και την απειλή μιας Γερμανικής εισβολής να εξανεμίζεται, η Βρετανική προπαγάνδα θέλοντας να προσαρμοστεί στις νέες περιστάσεις άλλαξε περιεχόμενο, και αντί να δημιουργεί κλίμα φόβου για μια ενδεχόμενη εισβολή, επικεντρώθηκε στην ηρωοποίηση αντιστασιακών οργανώσεων άλλων εθνών που μάχονταν κατά του Άξονα. Παραδείγματα αποτελούν το “Tomorrow we Live” (1943) για την Γαλλική αντίσταση, το “Uncensored” για την Βελγική αντίσταση, και το “The Day will Dawn” για την Νορβηγική αντίσταση.


Τα σημαντικότερα παραδείγματα αριστοτεχνικής προπαγάνδας παρατηρούνται, όπως ήταν αναμενόμενο, στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, δηλ. στις ΗΠΑ. Ο Αμερικανικός κινηματογράφος είχε ήδη περάσει στο στάδιο ωρίμανσης του, και αποτελούσε ένα απ' τα δημοφιλέστερα μέσα διασκέδασης του Αμερικανικού πληθυσμού. Μέχρι τη δεκαετία του '40, εκατοντάδες ταινίες είχαν παραχθεί στο Χόλυγουντ, ενώ οι κινηματογραφικοί δημιουργοί είχαν εφεύρει νέες πρωτότυπες μεθόδους δημιουργίας ταινιών που ανέλκυσαν τον Αμερικανικό κινηματογράφο σε επίπεδο ανώτερο του Ευρωπαικού. Όπως ήταν αναμενόμενο, μετά την επίθεση των Ιαπώνων στο Περλ Χάρμπορ και την κατά συνέπεια συμμετοχή των ΗΠΑ στον Β'ΠΠ, ένα μεγάλο κομμάτι της κινηματογραφικής παραγωγής επικεντρώθηκε στην αντιναζιστική προπαγάνδα.


Ο τότε πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Φράνκλιν Ρούζβελτ δημιούργησε την Υπηρεσία Πληροφοριών Πολέμου (OWI) η οποία αποσκοπούσε στην συλλογή πληροφοριών για τα τεκταινόμενα του πολέμου και την παραγωγή πολεμικής προπαγάνδας. Η υπηρεσία λειτούργησε απ' τον Ιούνιο του '42 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του '45 και συνεργαζόμενη με τους ικανότερους σκηνοθέτες, σεναριογράφους και παραγωγούς της εποχής, παρήγαγε ένα μεγάλο αριθμό ταινιών, ντοκιμαντέρ και ταινιών μικρού μήκους που είχαν απώτερο σκοπό την υπονόμευση του Γερμανικού Έθνους και την ανύψωση του πατριωτικού αισθήματος των Αμερικανών.


Ίσως η σημαντικότερη και πιο οργανωμένη προσπάθεια κινηματογραφικής προπαγάνδας, ήταν μια σειρά εφτά ντοκιμαντέρ, με ελαφρώς διαφορετικό περιεχόμενο το καθένα, που ονομάστηκε “Γιατί Πολεμάμε (Why we Fight)”. Σκηνοθέτης αυτών των προπαγανδιστικών επεισοδίων ήταν ένας απ' τους δημοφιλέστερους και πιο καταξιωμένους Αμερικανούς σκηνοθέτες του περασμένου αιώνα, ο Φρανκ Κάπρα. Ο Κάπρα οδηγήθηκε στην παραγωγή του, επηρεασμένος από το Γερμανικό προπαγανδιστικό φιλμ της Λένι Ρίφενσταλ “Ο Θρίαμβος της Θέλησης”, το οποίο συγχρόνως τον εντυπωσίασε και παράλληλα του γέννησε ανησυχία για το περιεχόμενο του. Ουσιαστικά το Why we Fight αποτελεί την Αμερικανική απάντηση στη Λένι Ρίφενσταλ και το περιεχόμενο των εφτά επεισοδίων του καλύπτει όλες τις γεωπολιτικές αλλά και ιδεολογικές πτυχές του πολέμου, ξεκινώντας από τον ολοκληρωτισμό των Ναζί και του Φασισμού γενικότερα (επ. Prelude to War), συνεχίζοντας με την καταγραφή γεγονότων και σημαντικών μαχών του πολέμου (επ. Μάχη της Ρωσίας, Μάχη της Αγγλίας, Μάχη της Κίνας) και τελειώνοντας με αποκορύφωμα το επεισόδιο War Comes to America το οποίο δείχνει την μεταβολή της Αμερικανικής γνώμης ως προς τον πολιτικό απομονωτισμό των ΗΠΑ.


Πέρα απ΄τα ντοκιμαντέρ, παρήχθη κι ένας σημαντικός αριθμός ταινιών όπως το “Εξομολογήσεις ενός Ναζί κατασκόπου” το “Ξένος ανταποκριτής” και άλλα, με σημαντικότερο των οποίων το “Καζαμπλάνκα”, το οποίο θεωρείται ακόμα και σήμερα ένα απ' τα μεγαλύτερα αριστουργήματα του παγκόσμιου κινηματογράφου. Το Καζαμπλάνκα σε αντίθεση με την πλειοψηφία των προαναφερθέντων ταινιών δεν αποτελεί ευθέως προπαγανδιστική ταινία, αλλά αφορά την ιστορία δύο εραστών, ενός έρωτα που καταδικάζεται σε αδιέξοδο λόγω των πολιτικών περιστάσεων της πόλης Καζαμπλάνκα, η οποία βρισκόταν υπό την κατοχή της φιλοναζιστικής κυβέρνησης της Γαλλίας του Βισύ. Η μεγάλη επιτυχία του “Καζαμπλάνκα” έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι το πολιτικό της περιεχόμενο είναι διακριτικό, και δεν βρίσκεται στο επίκεντρο.



Οι Ναζί αποτέλεσαν, επίσης, το αντικείμενο σάτιρας διαφόρων Αμερικανών κωμικών της εποχής, σε ταινίες όπως “Ο Μεγάλος Δικτάτωρ”, του πασίγνωστου Τσάρλι Τσάπλιν, ο οποίος ερμήνευσε μια κωμική καρικατούρα του Χίτλερ. Η ταινία γυρίστηκε πριν ξεσπάσει πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ-Γερμανίας και είχε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία.



Στην προπαγανδιστική εκστρατεία κατά της Ναζιστικής Γερμανίας συμμετείχαν και οι παραγωγοί ταινιών κινουμένων σχεδίων. Πρωτοπόρος ήταν ο Γουόλτ Ντίσνευ, με τον οποίο η στρατιωτική ηγεσία των ΗΠΑ ξεκίνησε, αμέσως μετά την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, στενή συνεργασία.


Η εταιρεία του προχώρησε στην παραγωγή πολλών αντιναζιστικών καρτούνς έχοντας συνήθως ως πρωταγωνιστές τη γνωστή παρέα του Μίκυ Μάους. Στα φιλμάκια αυτά οι γνωστοί ήρωες της Ντίσνευ φιγουράρουν είτε ως Ναζί, είτε ως Γερμανοί πολίτες και ενώ γελοιοποιούν τη Ναζιστική ηγεσία, παράλληλα περνούν αντιφασιστικά μηνύματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτών των μικρού μήκους ταινιών αποτελεί το “Πρόσωπο του Φύρερ (Der Fuhrer's face)” το οποίο απεικονίζει τον γνωστό Donald Duck ως ταλαίπωρο εργάτη στη Ναζιστική Γερμανία, που αγανακτεί κάτω απ' το ζυγό του Χιτλερικού καθεστώτος. Εκτός από ταινίες αλά Μίκυ Μάους, η Ντίσνευ δημιούργησε και το πολύ πιο σκοτεινό και δραματικό “Education for Death”, ταινία κιν. σχεδίων μικρού μήκους, που αφορά τη ζωή του Χανς ενός αγοριού που μεγαλώνει στη Ναζιστική Γερμανία και μετά από μια ολόκληρη ζωή προπαγάνδας και πλύσης εγκεφάλου καταλήγει στη Βέρμαχτ όντας ένας άψυχος και άβουλος στρατιώτης, που τελικά οδηγείται στο θάνατό του.



Στην Ελλάδα, ο κινηματογράφος δεν είχε διαδοθεί ως μέσο καλλιτεχνικής εκφράσεως, και οι ταινίες που είχαν κυκλοφορήσει προ του πολέμου ήταν ελάχιστες. Κατά τη διάρκεια της Ιταλικής εισβολής και εν συνεχεία της Γερμανο-Ιταλικής κατοχής, η κινηματογραφική παραγωγή ήταν μηδαμινή.


Πάραυτα, τα χρόνια της κατοχής γυρίστηκε το πρώτο Ελληνικό φιλμ κινουμένων σχεδίων, ένα μικρού μήκους έργο με έντονο προπαγανδιστικό χαρακτήρα, που σατύριζε το Μουσολίνι και τον Ιταλικό στρατό. Ο Μουσολίνι απεικονίζεται πομπώδης, υπερόπτης και αλαζόνας να διηγείται την δικιά του εκδοχή της ιστορίας του Ελληνοϊταλικού πολέμου, ενώ παράλληλα παρουσιάζονται σκηνές με τον Ιταλικό στρατό να δειλιάζει και να αποτυγχάνει πλήρως, λόγω της γενναιότητας του Ελληνικού στρατού. Τα γυρίσματα του ξεκίνησαν το 1942, αλλά ολοκληρώθηκαν μετά το πέρας της Κατοχής. Σύμφωνα με τα λόγια του δημιουργού του, Σταμάτη Πολενάκη:


«Μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, επήρα την οικογένειά μου και πήγαμε στην Σίφνο των Κυκλάδων, απ’ όπου κατάγομαι και εγκατασταθήκαμε στο πατρικό μου σπίτι. Για να αξιοποιήσω το χρόνο μου, εσκέφθηκα να φιλοτεχνήσω μια σειρά γελοιογραφιών και το κινούμενο σχέδιο. Εκεί είχαμε Ιταλική κατοχή από καμιά εκατοστή στρατιώτες με τους αξιωματικούς τους, καραμπινιέρους κ.λ.π. Όλοι αυτοί συνήθως μπαινόβγαιναν μέσα στα σπίτια με διάφορες προφάσεις. Φυσικά είχα λάβει τα μέτρα μου. Πρώτον, κανείς έξω από το σπίτι δεν ήξερε τίποτα και δεύτερον, είχα έτοιμη κρυψώνα δίπλα μου, που σε τρία δευτερόλεπτα ήταν κρυμμένο το σχέδιο που έφτιαχνα. Όσο για τα σύνεργα της σχεδίασης, χρώματα κ.λπ. είχα πλάι μου ένα ημιτελές αθώο τοπίο.»




Το προπαγανδιστικό αυτό καρτούν έμεινε για δεκαετίες στην αφάνεια, μιας και δεν είχαν βρεθεί αντίγραφα του, αλλά την δεκαετία του '80 εντοπίστηκε και σήμερα εκτίθεται σε διάφορους πολιτισμικούς χώρους, συμπεριλαμβανομένου και του Πολεμικού Μουσείου Θεσ/νίκης στην αίθουσα Γκιουλέκα. Αποτελεί ίσως το πιο ενδιαφέρον προπαγανδιστικό κειμήλιο απ' τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο και είναι ιδιαίτερα προσιτό και δημοφιλές για παιδιά προεφηβικής ηλικίας.




Τέλος πολέμου: το αποτύπωμά του στην 7η τέχνη

Ο Β' ΠΠ αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα στην ιστορία του ανθρώπινου γένους και άλλαξε συλλήβδην την παγκόσμια κοινότητα, τόσο σε γεωπολιτικό, όσο και σε κοινωνικό-πολιτισμικό επίπεδο. Τα γεγονότα, οι μάχες, οι πολιτικές, οι θηριωδίες και φυσικά οι φαινομενικά αδιάφορες (στο ευρύτερο πλαίσιο του πολέμου) ανθρώπινες ιστορίες επηρέασαν την μεταγενέστερη καλλιτεχνική έκφραση. Όσον αφορά τον κινηματογράφο, ακόμα και σήμερα – 70 χρόνια μετά το τέλος του πολέμου, ο Β' ΠΠ και ιδιαίτερα οι Γερμανοί Ναζιστές αποτελούν ίσως την πιο δημοφιλή θεματολογία.


Ο Ελληνικός κινηματογράφος, ο οποίος πριν το ξέσπασμα του πολέμου δεν είχε παγιωθεί στην Ελληνική κοινωνία και είχε να επιδείξει ελάχιστα δείγματα, μετά το τέλος του Εμφυλίου άρχισε να γίνεται όλο και πιο λαοφιλής, ενώ η Ιταλική εισβολή και η μετέπειτα Γερμανική κατοχή εξερευνήθηκαν από πολλούς κινηματογραφικούς δημιουργούς.


Οι σημαντικότερες ταινίες που αναφέρονται στην περίοδο είναι το “Οι Γερμανοί ξανάρχονται'', μια δραματική κομεντί γυρισμένη το 1947, που σατιρίζει την λησμονιά των παθών της Κατοχής απ' τον Ελληνικό λαό, το ΟΧΙ (1969) που καταγράφει το σύνολο των συμβάντων απ' την Ιταλική εισβολή μέχρι και την εισβολή των Γερμανών, και οι μεγάλες εισπρακτικές επιτυχίες “Υπολοχαγός Νατάσσα”, “Κατάσκοπος Νέλλη” και “Η Δασκάλα με τα ξανθά Μαλλιά” όλα εκ των οποίων έχουν ως πρωταγωνίστρια την Εθνική μας Σταρ, Αλίκη Βουγιουκλάκη.



Το διάστημα του Μεσοπολέμου και ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος απέδειξαν ότι ο κινηματογράφος αποτελεί ένα εξαιρετικά χρήσιμο και συνάμα επικίνδυνο εργαλείο στα χέρια των εκάστοτε εξουσιαστών. Σήμερα, οι προπαγανδιστικοί μηχανισμοί συνεχίζουν ακάθεκτοι και προσαρμόζονται στα δεδομένα που απαιτεί η νέα εποχή, είτε υποκρύπτοντας περίτεχνα την ατζέντα του έργου τους, είτε παρουσιάζοντας την μέσω μιας φαινομενικά πιο αντικειμενικής στάσης.


Η προπαγάνδα έγκειται παντού, σε κάθε καλλιτεχνική δημιουργία και είτε είναι επιτηδευμένα σχεδιασμένη, είτε αποτελεί μια αγνή έκφραση ιδεών του δημιουργού, καταστρατηγεί τη θέληση και την αντίληψη του αποδέκτη. Η κινητοποίηση των μαζών κατά τον Μεσοπόλεμο και την παγκόσμια σύρραξη που τον διαδέχτηκε αποδεικνύει περίτρανα την φράση του Όργουελ, με την οποία ξεκίνησε το παρόν άρθρο, και η σύγχρονη πραγματικότητα αποδεικνύει ότι όσο και να εξελίσσεται νοητικά το ανθρώπινο γένος, όσα αντισώματα και να αποκτήσει η μάζα, οι προπαγανδιστικοί μηχανισμοί πάντοτε θα ανακαλύπτουν τον τρόπο να βρίσκονται ένα βήμα μπροστά.



Επιμέλεια

ΣΤΡ(ΔΒ) Νακόπουλος Γεώργιος, Ξεναγός στο Πολεμικό Μουσείο Θεσσαλονίκης,

Πτυχιούχος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων, Πανεπιστημίου Μακεδονίας

ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

------

ΤΗΛΕΦΩΝΟ +30 2310 249803

FAX +30 2310 893731

------

EMAIL 

warmuseumthessaloniki@yahoo.gr

SOCIAL MEDIA

------

  • Facebook
  • YouTube
  • TripAdvisor
TC_LL-01.png
COPYRIGHTS

------

Copyright © Πολεμικό Μουσείο Παράρτημα Θεσσαλονίκης

All Rights Reserved

Designed by samarasconstantinos

This site was designed with the
.com
website builder. Create your website today.
Start Now