Το Σύνταγμα του 1844



Η εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια το 1831 στην Ελλάδα εκκινεί μια μακρά περίοδος ωμής ανάμειξης των μεγάλων δυνάμεων στα εσωτερικά πεπραγμένα της χώρας. Στις 25 Ιανουαρίου 1833 κατέφθασε στην Ελλάδα ο γιος του Λουδοβίκου του Α΄, του βασιλιά της Βαυαρίας, ο ανήλικος τότε Όθωνας, ως πρώτος βασιλιάς της Ελλάδας. Το πολίτευμα που καθιερώθηκε ήταν η Απόλυτη Μοναρχία, ενώ η ανάθεση της εξουσίας έως την ενηλικίωση του βασιλιά, ανατέθηκε σε τριμελή επιτροπή Αντιβασιλείας, που αποτελούταν από τους Βαυαρούς Άρμανσμπεργκ, Μάουερ και Χάιντεκ.

Αυτός ο αρχικός ενθουσιασμός μετατράπηκε σύντομα σε δυσφορία εκφράζοντας τη λαϊκή δυσαρέσκεια των Ελλήνων που οδήγησε στο κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου. Στην έκρηξη της εξεγέρσεως της «3ης Σεπτεμβρίου 1843» καθοριστικό ρόλο έπαιξε η συλλογική ενέργεια των προστάτιδων δυνάμεων που κατέλυσαν τη δημοσιονομική αυτονομία της Ελλάδας και την εξανάγκασαν να μειώσει τις δαπάνες της θέτοντας υπό ευρωπαϊκό έλεγχο τη χώρα. Το εθνικό πλήγμα «χρεώθηκε» στον Όθωνα. Τον Αύγουστο του 1843 το Σύνταγμα ήταν για τους περισσότερους Έλληνες ο μόνος τρόπος για να βγει ο τόπος από το χάος που επικρατούσε σε ολόκληρο το φάσμα του κρατικού μηχανισμού. Ο Όθωνας, που δεν είχε κατορθώσει να δημιουργήσει ένα φιλοβασιλικό «εθνικό κόμμα» που θα μπορούσε να τον στηρίξει, άρχισε να σκέφτεται σοβαρά την παραχώρηση Συντάγματος. Τον πρόλαβαν όμως τα γεγονότα. Η ηγεσία της «συνομωσίας», στην οποία το ρωσικό κόμμα αντιπροσωπευόταν από τον Ι. Μεταξά, τον Κ. Ζωγράφο και τον Μ. Σούτσο, το αγγλικό από τον Α. Λόντο και το γαλλικό από τον Ρ. Παλαμήδη και τον Ι. Μακρυγιάννη, κατόρθωσε τις παραμονές της εξέγερσης να μυήσει στο κίνημα κορυφαίους στρατιωτικούς (Δ. Καλλέργης κ.λπ.).

Η Ελλάδα στις παραμονές των γεγονότων της 3ης Σεπτεμβρίου παρουσίαζε μια εικόνα εσωτερικής πολιτικής αναταραχής. Κύρια αιτία της αναταραχής ήταν τα λάθη των Βαυαρών αξιωματούχων (κυρίως του Αρμανσμπέργκ) που κυβερνούσαν την Ελλάδα σαν γερμανικό κρατίδιο αδιαφορώντας για τις ιδιαιτερότητες της. Οι Οθωνικές κυβερνήσεις δεν σεβάστηκαν το θρησκευτικό αίσθημα των Ελλήνων απαλλοτριώνοντας την εκκλησιαστική περιουσία και κλείνοντας πολλές μονές. Απέτυχαν να εντάξουν στον νέο ελληνικό στρατό πολλούς Έλληνες αγωνιστές της επανάστασης του 1821 καταδικάζοντας τους στην ανέχεια, απέτυχαν να διανείμουν την αδιάθετη καλλιεργήσιμη γη αποκαθιστώντας πολλούς ακτήμονες που ζούσαν στα όρια της εξαθλίωσης.

Γενικότερα ο Όθων πεισματικά αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει Έλληνες σε ανώτερα πολιτικά αξιώματα εμπιστευόμενος κυρίως Βαυαρούς τεχνοκράτες, ενώ και ο ίδιος ασκούσε τα βασιλικά του προνόμια με πείσμα και σχολαστικότητα που άγγιζε την υπερβολή. Με μια σφιχτή οικονομική πολιτική η κυβέρνηση του Όθωνα που ανέλαβε μετά την ενηλικίωση του προσπάθησε να νοικοκυρέψει την οικονομική κατάσταση της χώρας που έβγαινε καταχρεωμένη από τον 7ετή αγώνα ζωής και θανάτου, χρησιμοποιώντας όμως σκληρά φορολογικά μέτρα που αύξησαν την λαϊκή δυσαρέσκεια.


Στις 3 Σεπτεμβρίου και στη 1 μετά τα μεσάνυχτα τμήματα στρατού υπό τον Καλλέργη αναπτύχθηκαν στην πλατεία των ανακτόρων, ενώ το πλήθος που άρχισε να συγκεντρώνεται, διαδήλωνε υπέρ του Συντάγματος.

Ο Μονάρχης υποχρεώθηκε να προβεί στην ακόλουθη «διακοίνωση»: «Έλληνες, ήκουσα την επιθυμίαν σας και θέλω συγκαλέσει το πρωί το Υπουργικόν Συμβούλιον και το Συμβούλιον της Επικρατείας δια να συνεννοηθώ μ’ αυτά καθώς και με τους πρέσβεις των τριών φίλων Δυνάμενων, αι οποίαι υπέγραψαν τας περί αποκαταστάσεως της Ελλάδος Συνθήκας». Επακολούθησαν οι δύο «εθνικές πράξεις» του Συμβουλίου της Επικρατείας:

  1. Η πρώτη καλούσε τον Όθωνα να ασπασθεί αμέσως τον εξής όρκο: «Ορκίζομαι πίστην εις την πατρίδα και τον συνταγματικόν θρόνον και απαρασάλευτον αφοσίωσιν εις τους, κατά τα σήμερον εγκριθησόμεθα μέτρα, διά της Εθνικής Συνελεύσεως», καθιερωθησόμενους συνταγματικούς θεσμούς».

  2. Η δεύτερη απαίτησε από τον Μονάρχη «να εγκαταστήση άνευ ουδεμίας αναβολής νέον Υπουργείον. Συστήνοντας ως καταλληλότερα μέλη αυτού, καθ’ ο απολαμβάνοντα της γενικής υπολήψεως και εμπιστοσύνης, τους: Α. Μεταξά ως πρόεδρον του υπουργείου και επί των Εξωτερικόν, Α. Λόντον επί των Στρατιωτικών, Κ. Κανάρην επί των Ναυτικών, Ρ. Παλαμήδη επί των Εσωτερικών, Δρ. Μανσόλαν επί των Οικονομικών, Λ. Μελάν επί της Δικαιοσύνης και Κ. Σχινάν επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως.

Ο Όθωνας υπέγραψε συγχρόνως «πράξιν επιβάλλουσαν ως πρώτιστον χρέος εις το νέον Υπουργείον την εντός μηνός συγκάλεσιν της Εθνικής Συνελεύσεως μελλούσης να σκεφθή και να συναποφασίση μετά της βασιλικής αρχής το οριστικόν Σύνταγμα υπό την αιγίδα του οποίου θέλουν τεθώσιν εις το εξής ο θρόνος και το έθνος».


Εν όψει της σύγκλησης της Εθνοσυνέλευσης οι πολιτικές δυνάμεις διαιρέθηκαν στους «ριζοσπάστες» και στους «μετριοπαθείς». Οι πρώτοι απαιτούσαν ριζικές συνταγματικές μεταρρυθμίσεις και δεν τους πτοούσε η απειλή παραίτησης του Όθωνα από τον θρόνο. Οι δεύτεροι εξακολουθούσαν να θεωρούν τον Μονάρχη απαραίτητο φραγμό σε μία νέα εμφύλια διαμάχη.



Η της Γ΄ Σεπτεμβρίου εν Αθήναις Εθνική των Ελλήνων Εθνοσυνέλευσις. Οι υπογραφές των πληρεξούσιων της Εθνικής Συνέλευσης του 1843.

Η της Γ΄ Σεπτεμβρίου εν Αθήναις Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις, όπως αναφέρεται στα δημοσιευμένα πρακτικά της, ήταν συνταγματική συνέλευση που απαρτιζόταν από 243 πληρεξουσίους από 92 εκλογικές περιφέρειες που εκλέχτηκαν στις εκλογές του 1843. Σε αυτήν εκπροσωπήθηκαν και 12 «επαρχίες» που είχαν λάβει μέρος στον Απελευθερωτικό Αγώνα του 1821 αλλά είχαν μείνει υπόδουλες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.


Τις εκλογές για την ανάδειξη των πληρεξουσίων είχε προκηρύξει η προσωρινή (επαναστατική) κυβέρνηση του Ανδρέα Μεταξά και πραγματοποιήθηκαν στα τέλη Οκτωβρίου σύμφωνα με τον εκλογικό νόμο της 4ης Μαρτίου του 1829. Ψήφιζαν όλοι οι άνω των 25 ετών. Οι εργασίες της ξεκίνησαν στις 3 Νοεμβρίου και ολοκληρώθηκαν στις 18 Μαρτίου του 1844. Οι πληρεξούσιοι επέλεξαν μια επιτροπή από 21 μέλη με εισηγητή τον Λ. Μελά, η οποία κατάρτισε και το σχέδιο του νέου συντάγματος.


Ο όρκος που έδωσαν οι πληρεξούσιοι ήταν ο εξής: «Ορκίζομαι εν ονόματι της Αγίας Τριάδας να εκπληρώσω τα Ιερά του Πληρεξουσίου έργα, πιστός εις την Πατρίδα και εις τον συνταγματικόν Βασιλέαν της Ελλάδος Όθωνα, να μην προβάλω μήτε να ψηφίσω μη αντιβαίνον εις την πεποίθησίν μου, αλλά να συντελέσω ευσυνειδήτως εις την σύνταξιν των θεμελειωδών θεσμών, δι’ ων θέλουν εξασφαλισθή τα δικαιώματα και τα συμφέροντα του τε Έθνους μου, και της συνταγματικής μοναρχίας».


Πρόεδρος της Συνέλευσης εκλέχτηκε ο πρεσβύτερος (μεγαλύτερος σε ηλικία) Πανούτσος Νοταράς και αντιπρόεδροι οι Αλ. Μαυροκορδάτος, Ανδρέας Π. Μεταξάς, Ιωάννης Κωλλέτης, Ανδρέας Λόντος, ενώ γραμματέας ορίστηκε ο νεότερος Σ. Κοπανίτσας.


Ψηφίστηκε Σύνταγμα το οποίο εγκρίθηκε από τον Όθωνα και εκλογικός νόμος με τον οποίον έγιναν οι επόμενες εκλογές του 1844.



Το Σύνταγμα του 1844

Το Σύνταγμα του 1844 δεν υπήρξε έργο κυρίαρχης συντακτικής συνέλευσης, αλλά έργο του βασιλιά με τον οποίον η εθνοσυνέλευση του 1843 απλώς συνέπραξε.


Φορέας της Συντακτικής Εξουσίας ήταν ο Όθων, ο οποίος αποδέχτηκε μετά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου το έλασσον, δηλαδή να αυτοπεριοριστεί και να αυτοδεσμευτεί με τους κανόνες του Συντάγματος, προκειμένου να πετύχει το μείζον, που ήταν η διατήρηση του θρόνου του.


Πολιτικά βέβαια, όπως ανακοινώθηκε παραπάνω, η Εθνική Συνέλευση προσδιόρισε αυτοτελώς ορισμένα διόλου ευκαταφρόνητα στοιχεία του αντιπροσωπευτικού και φιλελεύθερου συστήματος, από νομικής πλευράς όμως το Σύνταγμα του 1844 αποτελεί Σύνταγμα – «Συμβόλαιο» - ανάμεσα στον βασιλιά και το Έθνος.


Στο προοίμιό του, που αρχίζει με τις λέξεις «Όθων, Ελέω Θεού Βασιλεύς της Ελλάδος», αναφέρεται ότι τούτο «Συνωμολόγηση μεταξύ Ημών και των πληρεξούσιων του Έθνους».


Τα κύρια χαρακτηριστικά του Συντάγματος του 1844: Τέλος το ακροτελεύτιο άρθρο 107 προέβλεπε ότι «η τηρήσις του παρόντος Συντάγματος αφιερούται εις τον πατριωτισμόν των Ελλήνων».

Το Σύνταγμα του 1844 που εγκαθίδρυε το πολίτευμα της Συνταγματικής Μοναρχίας είχε ως βασικό πρότυπο τον γαλλικό μοναρχικό συνταγματικό χάρτη του 1830 και λιγότερο το βελγικό σύνταγμα του 1831, σημαντικές διατάξεις των οποίων μετεμφυτεύτηκαν σχεδόν αυτούσιες στο Σύνταγμα αυτό. Σχολιάζοντάς το ο Νεοκλής Καζάζης το χαρακτήριζε αντιγραφή «συνταγματικού τίνος χαρτού...» διαπίστωση που επιβεβαίωνε ότι οι εισαγόμενοι στην Ελλάδα πολιτειακοί θεσμοί εξέφραζαν συχνά διαφορετικές κοινωνικές πραγματικότητες όντας ανέφικτο να επιτελούν την ίδια κοινωνική λειτουργία με εκείνη στις χώρες όπου γεννήθηκαν.


Το Σύνταγμα του 1844 συμπληρωνόταν με ένα προωθημένο για την εποχή του εκλογικό νόμο (της 18.3.1844) που ψήφισε η Εθνική Συνέλευση.


Αναγνωρίζοντας το δικαίωμα του εκλέγειν «εις όλους τους εντός του βασιλείου γεννηθέντας Έλληνας» που είχαν συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας τους και αποκλείοντας μόνο τους «οικόσιτους υπηρέτες» και τους «μαθητευόμενους τεχνίτες» που δεν είχαν οποιαδήποτε ιδιοκτησία, καθιέρωνε ουσιαστικά την καθολική ψηφοφορία. Και με μια σειρά διατάξεων την άμεση ψηφοφορία για την ανάδειξη της Βουλής. Κατά τον Αρ. Μάνεση η με κοινό έστω νόμο καθιέρωση της καθολικής κατ’ ουσία άμεσης ψηφοφορίας σε εποχή που δεν είχε εισαχθεί ακόμη στα προηγούμενα κράτη της δυτικής Ευρώπης, εξηγούταν από τη δημοκρατική και εξισωτική νοοτροπία του ελληνικού λαού και ορισμένων εκπροσώπων του.


Σημειωτέον, την ίδια εποχή, όπως σημειώνει ο Ν. Αλιβιζάτος – ένας μόνο στους 12 Βρετανούς πολίτες είχε δικαίωμα ψήφου, ενώ στη Γαλλία λόγω των περιορισμών της τιμηματικής ψήφου, μόνο 170.000 πολίτες ψήφιζαν σε συνολικό πληθυσμό 32 εκατ. κατοίκων.


Η καθολική ψηφοφορία του άρρενος βεβαίως πληθυσμού στη μεν Γαλλία καθιερώθηκε σε μόνιμη βάση μετά το 1875, στο Βέλγιο το 1893, στη Νορβηγία το 1898, στην Αυστρία το 1907, στη Σουηδία το 1909, στην Ιταλία το 1912 και στην Αγγλία, στην κοιτίδα του κοινοβουλευτισμού, μόνο μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.


Το Σύνταγμα του 1844 ήταν συντηρητικό, μετριοπαθές και μοναρχικό αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είχε την νομική, πολιτική, ιδεολογική και συμβολική σημασία που διαθέτει «εξ’ ορισμού» κάθε Σύνταγμα.


Βέβαια τους κρίσιμους για την διακυβέρνηση τη χώρας συνταγματικούς θεσμούς τους οικειοποιήθηκαν κυρίως οι ιδιότυπες παραδοσιακές πολιτικές «ελίτ». Αλλά οι κυβερνώντες έπρεπε πλέον να κινηθούν σε ένα πλαίσιο οριοθετημένο από τις θεσμικές εγγυήσεις και τον έλεγχο της Βουλής και του Τύπου. Πλέον οι κυβερνώμενοι μπορούσαν πλέον να αισθάνονται και να επιζητούν περισσότερη «ασφάλεια δικαίου» και να αποκτούν, έστω και με παλινδρομήσεις και αντινομίες, πολιτική συνείδηση και ερείσματα για πολιτικές διεκδικήσεις.



Βιβλιογραφία

Γιώργος Αναστασιάδης, Πολιτική και Συνταγματική Ιστορία της Ελλάδας, 1821 – 1941, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα–Θεσσαλονίκη 2001.

Παύλος Β. Πετρίδης, Πολιτικές Δυνάμεις και Συνταγματικοί Θεσμοί στην Νεώτερη Ελλάδα (1844–1940), εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1992.

Β. Σκουλάτου, Ν. Δημακοπούλου, Σ. Κόνδη, Ιστορία Νεότερη και Σύγχρονη, Οργανισμός Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων, Αθήνα


ΣΤΡ (ΔΒ) Τσάκος Στέφανος, ξεναγός Πολεμικού Μουσείου Θεσσαλονίκης

Ασκούμενος Δικηγόρος-Πτυχιούχος Νομικής του Α.Π.Θ., πτυχιούχος Οικονομικών Επιστημών Πανεπιστημίου Μακεδονίας

ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

------

ΤΗΛΕΦΩΝΟ +30 2310 249803

FAX +30 2310 893731

------

EMAIL 

warmuseumthessaloniki@yahoo.gr

SOCIAL MEDIA

------

  • Facebook
  • YouTube
  • TripAdvisor
TC_LL-01.png
COPYRIGHTS

------

Copyright © Πολεμικό Μουσείο Παράρτημα Θεσσαλονίκης

All Rights Reserved

Designed by samarasconstantinos

This site was designed with the
.com
website builder. Create your website today.
Start Now